ικανότητα

Ψυχοσωματικό χαρακτηριστικό που αποκτάται με άσκηση, η οποία επιτρέπει ή διευκολύνει την ανάπτυξη ορισμένων δραστηριοτήτων. Η ι. μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως καρπός της πράξης της αγωγής που θεμελιώνεται στις έμφυτες ιδιότητες του ατόμου και σε αντίθεση με την κλίση, δηλαδή την ατομική διάθεση. Στην επιστημονική ορολογία, η έννοια της ι. είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στις εφαρμογές της ψυχολογίας, στην αγωγή και στην εργασία. (Νομ.) Ο όρος ι. χρησιμοποιείται στον χώρο του δικαίου με δύο διαφορετικές σημασίες, ανάλογα με το αν πρόκειται για την ι. δικαίου ή την ι. δικαιοπραξίας. Η ι. δικαίου είναι η ι. ενός προσώπου να είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Στο παρελθόν δεν είχαν όλοι οι άνθρωποι αυτή την ι. ή δεν την είχαν όλοι στον ίδιο βαθμό. Σύμφωνα με το ρωμαϊκό δίκαιο, για παράδειγμα, οι δούλοι θεωρούνταν εντελώς ανίκανοι: αποτελούσαν περισσότερο αντικείμενα παρά υποκείμενα δικαιωμάτων, ευρισκόμενοι στην ίδια μοίρα με τα πράγματα. Κατά τον Μεσαίωνα, το να ανήκει κανείς σε ορισμένες εθνικές, θρησκευτικές ή επαγγελματικές ομάδες συνεπαγόταν διαφόρων ειδών περιορισμούς της ι., όπως την αδυναμία ιδιοκτησίας διαφόρων κατηγοριών αγαθών. Στα νεότερα νομικά καθεστώτα, κάθε άνθρωπος είναι από τη στιγμή της γέννησής του προικισμένος με ι. δικαίου· έχει, δηλαδή, την αφηρημένη και γενική δυνατότητα (αφηρημένη κατά το μέτρο που υπάρχει ανεξάρτητα από το γεγονός αν το πρόσωπο είναι ή όχι φορέας αυτού ή εκείνου του δικαιώματος· γενική επειδή περιλαμβάνει καταρχήν όλα τα δικαιώματα που προβλέπονται από το νομικό καθεστώς) να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων. Κάθε άνθρωπος είναι σήμερα υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η δικαιοπρακτική ι. (δηλαδή η ι. ενεργητικής άσκησης αυτών των δικαιωμάτων) υπόκειται, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε πολύ σημαντικούς περιορισμούς. Αυτό συμβαίνει είτε για λόγους νομικής ασφάλειας (δηλαδή ασφάλειας των συναλλαγών) είτε για την προστασία των ίδιων των ατόμων. Έτσι, στερούνται εντελώς της δικαιοπρακτικής ι. τα παιδιά κάτω των 10 ετών και όσοι βρίσκονται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση. Περιορισμένα ικανοί είναι οι ανήλικοι που έχουν συμπληρώσει το 10ο έτος, όσοι βρίσκονται σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση και όσοι βρίσκονται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Ειδικότερα, για τους ανηλίκους άνω των δέκα ετών προβλέπονται τρία διαδοχικά στάδια: από 10-14 ετών, ο ανήλικος είναι ικανός μόνο για τις δικαιοπραξίες που του παρέχουν μόνο έννομα ωφελήματα· από 14 ετών, ο ανήλικος δικαιούται να διαθέτει ελεύθερα καθετί που κερδίζει από την προσωπική του εργασία ή καθετί που του δόθηκε για να το χρησιμοποιεί ελεύθερα. Για τους ανηλίκους που έχουν συμπληρώσει τα 15 έτη προβλέπεται ότι μπορεί να συνάπτουν συμβάσεις εργασίας με τη συναίνεση των ατόμων που ασκούν την επιμέλειά τους. Δήλωση βούλησης από άτομο ανίκανο για δικαιοπραξία είναι άκυρη. Επίσης άκυρη είναι η δήλωση βούλησης που έγινε από άτομο που δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή. Τέλος, το θέμα της δικαιοπρακτικής ι. αποτελεί αντικείμενο ρυθμίσεων και του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Ο ελληνικός A.K. θέτει τον κανόνα ότι η δικαιοπρακτική ι. ρυθμίζεται από το δίκαιο της ιθαγενείας. Όμως, αν κάποιος αλλοδαπός που επιχειρεί δικαιοπραξία στην Ελλάδα θεωρείται ανίκανος κατά το δίκαιο της ιθαγένειάς του, στην Ελλάδα θεωρείται ικανός να την επιχειρήσει αν κατά το ελληνικό δίκαιο έχει αυτή την ι. Ως προς τα νομικά πρόσωπα, προβλέπεται η εφαρμογή του δικαίου της έδρας (άρθρα 10, 64 Α.Κ.) και θεσπίζεται η γενική αρχή ότι η ι. των νομικών προσώπων δεν εκτείνεται σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου (άρθρο 62). Δεν είναι δυνατόν, για παράδειγμα, ένα νομικό πρόσωπο (σωματείο, εταιρεία κ.ά.) να αναλάβει την κηδεμονία ενός ανηλίκου. Η παραπάνω έννοια της νομικής ι. αφορά γενικά τις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου και επηρεάζει –από την άποψη της ποινικής ευθύνης– τη θέση και τη μεταχείριση του ατόμου και στο ποινικό δίκαιο. Διαφέρει από τη νομική ι., που διαμορφώνεται στον κύκλο του συνταγματικού δικαίου. Η τελευταία είναι καρπός των εξελίξεων του δημοκρατικού κράτους και αφορά την ενεργό συμμετοχή του πολίτη στη διοίκηση και στην κυβέρνηση της πολιτείας. Με βάση την ισότητα του νόμου και την ελευθερία του στοχασμού και του Τύπου, η ι. δημοσίου δικαίου είναι (κατά τον Αριστοτέλη) «μετέχειν κρίσεως και αρχής». Ενσαρκώνεται είτε στην αρχή της άμεσης δημοκρατίας (δημοψήφισμα) είτε στην αντιπροσωπευτική αρχή, δηλαδή τη συμμετοχή στο εκλογικό σώμα και την ανάδειξη με εκλογές των διαφόρων αντιπροσώπων του λαού και του έθνους. Τα παιδιά κάτω των 10 ετών στερούνται εντελώς της δικαιοπρακτικής ικανότητας ενώ περιορισμένα ικανοί είναι οι ανήλικοι που έχουν συμπληρώσει το 10ο έτος (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
και ικανότη, ἡ (ΑΜ ἱκανότης) [ικανός]
το να έχει κάποιος τη δύναμη ή την επιτηδειότητα να κάνει κάτι, δεξιότητα
νεοελλ.
1. (για ανθρώπους) αξία
2. η καταλληλότητα ενός ανθρώπου για στρατιωτική, δημόσια ή άλλη υπηρεσία ως προς τη σωματική και πνευματική επάρκεια και δυνατότητα
3. (νομ.) φρ. «ικανότητα προς δικαιοπραξία» — η ικανότητα να αποκτά κάποιος δικαιώματα και να αναλαμβάνει υποχρεώσεις («ικανότητα για σύναψη γάμου»)
αρχ.
επάρκεια.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ικανότητα — η 1. το να μπορεί κάποιος να κάνει κάτι, η δεξιότητα: Πνευματική ικανότητα. – Τεχνική ικανότητα. – Είναι προικισμένος με σπάνιες ικανότητες. 2. κατάσταση υγιούς και σωματικά άρτιου ανθρώπου. 3. δικαίωμα που αναγνωρίζεται σε κάποιον κάτω από… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ικανότητα — [иканотита] ουσ. Θ. способность …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἱκανότητα — ἱκανότης sufficiency fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ικανότητα ανάσχεσης — (Φυσ.). Η απώλεια ενέργειας ενός σωματιδίου όταν περνά μέσα από την ύλη ανά μονάδα μήκους. Ένα ηλεκτρικά φορτισμένο σωματίδιο αποδίδει ένα μέρος της ενέργειάς του στα άτομα της ύλης μέσα από την οποία περνά, εξαιτίας δύο φαινομένων: α) του… …   Dictionary of Greek

  • αγοραστική ικανότητα — O βαθμός της οικονομικής ευχέρειας φυσικού ή νομικού προσώπου να προμηθεύεται με την αγορά αγαθά ή υπηρεσίες …   Dictionary of Greek

  • διακριτική ικανότητα — Μέτρο της ικανότητας ενός τηλεσκοπίου ή μικροσκοπίου να δίνει δύο ξεχωριστές εικόνες των αντικειμένων που βρίσκονται σε μικρή απόσταση μεταξύ τους. Στην περίπτωση ενός φασματοσκοπικού οργάνου, από την άλλη πλευρά, ο όρος αναφέρεται στη δυνατότητά …   Dictionary of Greek

  • ανάγνωση — Ικανότητα, που αποκτάται με διδασκαλία, χάρη στην οποία αναγνωρίζονται και κατανοούνται οι λέξεις ενός κειμένου, γραμμένου ή τυπωμένου. Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι διδασκαλίας της α. Σήμερα, η επεξεργασία των μεθόδων αυτών γίνεται σχεδόν… …   Dictionary of Greek

  • νοημοσύνη ή νόηση — Ο όρος χρησιμοποιείται στην τρέχουσα γλώσσα με διάφορες σημασίες, που άλλοτε αναφέρονται σε φιλοσοφικές και μεταφυσικές έννοιες και άλλοτε σε γεγονότα της πρακτικής ζωής. Ο μέσος άνθρωπος θεωρεί τη ν. ως ιδιαίτερη ικανότητα του πνεύματος, μια… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • μικροσκόπιο — Όργανο ικανό να αποδίδει μεγεθυμένα είδωλα μικρών αντικειμένων τα οποία έχουν τοποθετηθεί προς παρατήρηση. Βασικά διακρίνεται το οπτικό μ. ή απλά μ., στο οποίο τα παρασκευάσματα είναι φωτισμένα με ορατό φως, και το ηλεκτρονικό μ., στο οποίο το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.